Krieger Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇩🇪 Der Krieger kämpft tapfer im Krieg.
🇬🇷 Ο πολεμιστής μάχεται γενναία στον πόλεμο.
🇩🇪 Ancient warriors were often revered in society.
🇬🇷 Οι αρχαίοι πολεμιστές συχνά τιμούσανταν στην κοινωνία.
|
formal | |
|
común
🇩🇪 Er ist ein echter Krieger im Sport.
🇬🇷 Είναι ένας πραγματικός μαχητής στον αθλητισμό.
🇩🇪 Sie kämpft wie ein Krieger gegen die Krankheit.
🇬🇷 Μαχητεύει σαν πολεμιστής ενάντια στην ασθένεια.
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇩🇪 Die Geschichte erzählt von tapferen Kriegern.
🇬🇷 Η ιστορία διηγείται για γενναίους πολεμιστές.
🇩🇪 The poem describes a noble warrior's journey.
🇬🇷 Το ποίημα περιγράφει το ταξίδι ενός ευγενούς πολεμιστή.
|
literario | |
|
informal
🇩🇪 Er ist ein echter Kämpfer im Leben.
🇬🇷 Είναι ένας πραγματικός μαχητής στη ζωή.
🇩🇪 You have to be a fighter to succeed.
🇬🇷 Πρέπει να είσαι μαχητής για να πετύχεις.
|
coloquial |